Το περασμένο Σάββατο επήαμε στα Χανιά για 2 μέρες, εκεμταλλευόμενοι το τριήμερο της 1ης Οκτωβρίου. Είμασταν ωραία παρέα, εγώ με τον λατρεμένο μου έτερο, η αδερφάρα η μεγάλη με τον δικό της και ακόμα 3 ζευγάρια. Έθελα πολλά να πάω, εκατάφερα να ξηκολλήσω τζαι τον λατρεμένο μου που τη δουλειά του, χωρίς πολλήν δυσκολία τούντην φορά, τζαι ούλλα ήταν σιήσιην!!!
Εκτός που έναν πράμαν, το ότι φούμαι πολλά το αεροπλάνο. Μιλούμεν έχω φοβίαν, πώς το λέσειν; Θέλω τη βοτκούα μου τη διπλήν για να φκώ πας το αεροπλάνο σχετικά ήρεμη. Τζαι ύστερα μιλώ συνέχεια στον εαυτόν μου για να μεν ξεφύγει τζαι ξεφτυλιστούμεν. Ε! τούτην τη φορά, πριν να φκω πάνω, ήπια τη βοτκούα μου ως συνήθως, εδήλωσα του λατρεμένου μου έτερου με ύφος που εν εχωρούσε συζήτηση "Θέλω σε δίπλα μου στο αεροπλάνον Α!" αλλά εν έμεινα μόνον ως τζιαμαί. Αφού μας εκάτσαν τζαι εζωνιάσαν μας, έκλεισα τα ματάκια μου τζαι έκαμα τζαι μιαν κρύφήν κουβέντα με τον Ύψιστον. Δαμαί να δηλώσω ότι εν τζαι είμαι τζαι ιδιαίτερα θρήσκα, αλλά θκυο ππαλιές άρκεψα την προσευχή. Υποσχέθηκα που λαλείτε, ότι αν μας πάρει τζαι μας φέρει ήρεμα τζαι ωραία, εγώ, με το που εννα στραφώ πίσω στα πάτρια εδάφη, εννα κόψω κάθε είδους καταχρήσεις.
Ο καλός Θεούλης εκράτησεν τη συμφωνία μας. Το ταξίδι ήταν πάρα πολλά καλό, τζαι πηαίνοντας τζαι στρεφόμενοι,το αεροπλάνον εν εσούστηκε καθόλου, στα Χανιά επεράσαμεν πολλά ωραία, (παρεπιπτόντως να αναφέρω ότι τα Χανιά ένει τέλεια, αν δεν επήετε να πάτε), επερπατήσαμεν, εγελάσαμεν, εξενυχτήσαμεν, εφάαμεν (τον αγλέορα) τζαι εστραφήκαμεν.
Στο αεροδρόμιο τον Χανιών, ακολούθησα τη γνωστή διαδικασία: Ήπια τη βότκα μου, πάντοτε διπλή, είπα τες πελλάρες μου, διασκεδάζοντας/ενοχλώντας τους γύρω μου (καθ' ότι εν τζαι θέλω τζαι πολλά να μεθύσω), τζαι έννοιωσα έτοιμη να πετάξω. (Εδώ που τα λέμεν, μετά που ένα-θκυο ποτάκια νοιώθω έτοιμη να πετάσω τζαι μόνη μου πίσω στη Κύπρο, χωρίς αεροπλάνο.) Εβάλαν μας πάνω, έκατσα τον λατρεμένον μου έτερο δίπλα μου, εζωνιαστήκαμεν τζαι άρκεψα ψιλή κουβεντούα πάλε με τον Θεό. "Θεγέ μου, εν τζαι εξήχασα τη συμφωνία μας. Πάρε μας πίσω σώους, αν γίνεται να μεν σουστεί καθόλου το ευλοημένον το αεροπλάνον ακόμα καλλύττερα, τζαι μεν έσιεις έννοιαν, εννα κρατήσω τζαι εγώ τον λόγον μου". Έτσι τζαι έγινεν. Εφτάσαμεν καλά, ήρταμεν σπίτι μας, αναζωογονημένοι, χαλαροί, τζαι ορισμένοι από εμάς, (εγώ δηλαδή) ανακουφισμένοι.
Έσιει που τζείνην την μέρα, ρε παιδί μου, που όντως έκοψα τις καταχρήσεις. Ούλλες. Τζαι επειδή οι μόνες καταχρήσεις που κάμνω έχουν να κάμουν με τη μάσαν, βασικά έκλεισα το στόμα μου. Ούτε που εσκέφτηκα να φάω χωρίς να πεινώ, να τσιμπήσω κανένα ληξιό που εν πρέπει. Τελικά ήταν τόσον απλό, να κόψω το φαϊ; Με μιαν υπόσχεση τζαι μόνον; Λαλείτε να έφτασεν επιτέλους η ώρα που εννα ππέσει τζαι η κωλοπεριφεριάτσα;
Αν εν έτσι, θέκνκιου Γκοτ, Θεκνκιου πλιζ!